Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Στο πρόσωπο των μεταναστών η Χρυσή Αυγή εξευτελίζει τον Χριστό

 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 27/01/2013 εφημερίδα ΑΥΓΗ
Την Τετάρτη ολοκληρώθηκε το διήμερο συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά», που οργάνωσε το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ. Για το σημαντικό αυτό συνέδριο δημοσιεύουμε μια σύντομη αποτίμηση τριών από τους συμμετέχοντες (Α. Καρίτζης, Χρ. Λάσκος, Ευ. Λιάντης), καθώς και την ομιλίας του μητροπολίτη Σισανίου και Σιατίστης Παύλου (με μικρές περικοπές) για το μεταναστευτικό.

του μητροπολιτη Σισανιου και Σιατιστης Παυλου
Για μένα, σαν ποιμένα, ο μετανάστης μπορεί να αποκαλυφθεί ως ο ελάχιστος αδελφός του Χριστού, ως ο ξένος τον οποίο πρέπει να φροντίσω, και η στάση μου απέναντί του θα κρίνει την ποιότητα της σχέσης μου με τον Χριστό. Ο μετανάστης είναι πρόκληση για τη γνησιότητα της ιερατικής, χριστιανικής και ανθρώπινης αυτοσυνειδησίας μου· και τούτο γιατί εγώ, πέρα από κάθε άλλο, γνωρίζω ότι το μέτρο της ανθρώπινης αξίας είναι η Ενανθρώπιση του Θεού.  Γιατί περισσότερο από κάθε άλλον οφείλω να θυμάμαι ότι αυτός ο μετανάστης μπορεί να είναι ένας από αυτούς που θα έλθει από ανατολών και δυσμών και θα ανακληθεί στη Βασιλεία του Θεού και εγώ ως υιός της Βασιλείας να μείνω απέξω. Ο λόγος και η πράξη του Χριστού δεν αφήνουν περιθώρια για την όποια διαπραγμάτευση αυτής της αλήθειας. Δεν μπορούμε να διαπραγματευθούμε αυτή την αλήθεια στο όνομα κανενός εθνικισμού ή οποιουδήποτε άλλου «-ισμού».

Ποιος είναι ο μετανάστης
Θα ερωτήσει κάποιος: Για ποιον μετανάστη μιλάμε; --Για τον κάθε μετανάστη, και τον καλό και τον κακό. Για τον άνθρωπο, όπως διαμορφώθηκε μέσα στις συνθήκες της ζωής που έζησε. Ο καθένας είναι πρώτα άνθρωπος, μέτοχος της κοινής των ανθρώπων φύσεως. Ο καθένας είναι ένα πρόσωπο μοναδικό και ανεπανάληπτο. Ο κάθε άνθρωπος για τον Θεό είναι μοναδικός. Ελάτε λοιπόν τώρα να δούμε τον συγκεκριμένο άνθρωπο και να τον αντιμετωπίσουμε. Να τον γνωρίσουμε πρώτα. Να βρούμε τον τρόπο να επικοινωνήσουμε μαζί του. Να αντιμετωπίσουμε τα άμεσα προβλήματα του. Να του εξηγήσουμε τους όρους και τις συνθήκες της κοινής ζωής όλων μας. Να σταθούμε και να τον κάνουμε να σταθεί και αυτός με ευθύνη απέναντι στη ζωή του, απέναντι στη ζωή μας, απέναντι και στην παραβατικότητα του. Όλα αυτά προϋποθέτουν υπεύθυνο κράτος, συνεργαζόμενο κράτος, κράτος έτοιμο να αντιμετωπίσει προβλήματα. Ουδείς αντιλέγει ότι και το πλήθος και  η ποιότητα των ξένων που ευρίσκονται στη χώρα μας, και μάλιστα σε μια εποχή σαν τη σημερινή, δεν είναι ένα τεράστιο πρόβλημα. Τα προβλήματα όμως είναι για να επιλύονται, όχι για να χρονίζουν και να σαπίζουν.
Σε καμία περίπτωση λύση δεν είναι ένας σύγχρονος, άλλου τύπου Καιάδας, λύση δεν είναι οι χωματερές ανθρώπων. Από την άλλη πλευρά, οι μετανάστες δεν είναι θέμα για εύκολη ρητορεία ούτε για αδάπανη προοδευτικότητα. Είναι εύκολο να μιλάμε για το φαγητό του μετανάστη, ποιος όμως είναι εκείνος που του μαγειρεύει για να τρώει; Με τη θεωρητική συμπαράσταση δεν χορταίνεται η πείνα του· με την καθημερινή διακονία της αγάπης και της προσφοράς ανακουφίζεται.


Τι είναι ο μετανάστης για την Εκκλησία
Ο τρόπος ζωής της Εκκλησίας είναι ο τρόπος ύπαρξης του Τριαδικού Θεού. Ο ένας κατά την ουσία και τριαδικός κατά τις υποστάσεις Θεός είναι Αγάπη. Δεν έχει αλλά είναι αγάπη. Ο κατ’ εικόνα Θεού δημιουργημένος άνθρωπος είναι ένας κατά τη φύση και πολλαπλός κατά τις υποστάσεις-πρόσωπα. Στόχος είναι ο άνθρωπος, ο κατ’ αυτόν τον τρόπον υπάρχων, να είναι και εκείνος Αγάπη.  Είναι πολύ χαρακτηριστικές μερικές επισημάνσεις από το Ευαγγελικό κείμενο και την πατερική παράδοση: «Ο Θεός είναι αγάπη», «Ήμουν ξένος και συνηγάγετέ με», «Είδες τον Αδελφό σου, είδες Κύριον τον Θεόν σου».
Ο Άγιος Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος δεν μας αφήνει περιθώρια ψευδαισθήσεων: «Αυτός που λέει  ότι αγαπά τον Θεό και μισεί τον αδελφό του είναι ψεύτης! Πώς μπορείς να αγαπάς τον Θεό που δεν τον είδες και να κακοποιείς τον αδελφό σου που τον βλέπεις καθημερινά;» (Α Καθολ. Ιωάννου δ, 20).
Μέσα λοιπόν από αυτή την προοπτική, ο μετανάστης είναι και αυτός άνθρωπος όπως όλοι οι άλλοι· και, την ίδια στιγμή, είναι ένας εμπερίστατος άνθρωπος, που κάτω από δύσκολες συνθήκες εγκατέλειψε την πατρίδα του αναζητώντας μια καλύτερη ζωή και ακόμη ένα θύμα όσων εμπορεύονται ανθρώπινες υπάρξεις προς ίδιον όφελος.
Δεν επιχειρώ να αγιοποιήσω τον μετανάστη, αλλά δεν δέχομαι ότι αυτός είναι παιδί ενός κατώτερου Θεού. Εάν καυχώμεθα για τον δικό μας πολιτισμό και τη δική μας πίστη, οφείλουμε όλα αυτά να τα αποδεικνύουμε στην πράξη και στην καθημερινότητα, και όχι να τα επικαλούμεθα φαρισαϊκά. Χαίρομαι που η Εκκλησία μας καθημερινά διακονεί όλους εκείνους που φθάνουν στην πόρτα της. Χαίρομαι για όλους εκείνους που διακονούν τους εμπερίστατους αδελφούς μας, εντοπίους και μετανάστες, και μαγειρεύουν καθημερινά για χάρη τους. Χαίρομαι γιατί ο λαός, παρά τις δυσκολίες του, δεν έχασε την αρχοντιά του και μοιράζεται το πιάτο του με άλλους.
Είπα προηγουμένως ότι δεν επιχειρώ να αγιοποιήσω τον μετανάστη. Στο μέτρο που ο μετανάστης ή και ο ντόπιος παρανομεί πρέπει να έχει απέναντί του μια Πολιτεία που θα επιβάλλει προς κάθε κατεύθυνση τον νόμο και τη δικαιοσύνη και δεν θα είναι παράλυτη και ανίκανη στην αντιμετώπισή τους, ώστε να παρέχει την ευκαιρία σε κάθε είδους σαπρόφυτα να την αντικαθιστούν.
Με ρώτησαν γιατί αντέδρασα στη δημιουργία κέντρου μεταναστών στην περιφέρεια της Μητροπόλεώς μου. Ο λόγος ήταν ότι αυτό το στρατόπεδο θα ήταν ένα στρατόπεδο συγκεντρώσεως, μια χωματερή ανθρώπων, αφού δεν είχε καμία υποδομή ανθρώπινης διαβίωσης, αφού θα συνιστούσε μια αθλιότητα ασυμβίβαστη με τον πολιτισμό και την παράδοσή μας. Είπα ακόμη ότι αν σ’ αυτούς τους ανθρώπους εξασφαλίσετε ανθρώπινη διαβίωση έρχομαι και εγώ να τους υπηρετήσω.

Οι μετανάστες Έλληνες και οι μετανάστες σήμερα
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι πολλοί από τους Έλληνες στο παρελθόν υπήρξαν μετανάστες, κάποιοι και λαθρομετανάστες. Η Ομογένεια, όπου Γης, η οποία διαπρέπει σήμερα στους χώρους που εγκαταστάθηκε ήταν οι μετανάστες του χθες. Είναι σημαντικό επίσης να θυμόμαστε πόσο ενοχληθήκαμε όταν πριν από μερικά χρόνια οι νεοναζί στη Γερμανία κακοποίησαν συμπατριώτες μας. Εάν οι χθεσινοί δικοί μας μετανάστες είναι σήμερα καταξιωμένοι στις καινούριες πατρίδες τους, είναι γιατί συνάντησαν άλλη συμπεριφορά και άλλη αποδοχή από αυτήν που συναντάνε οι δικοί μας μετανάστες σήμερα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχουν και κακοποιά στοιχεία, τα οποία όμως οφείλει η Πολιτεία να τα αντιμετωπίσει. Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι η πείνα και η ανέχεια οδηγούν πολλές φορές στην παραβατικότητα. Θα κρατώ πάντα στη μνήμη μου και στην καρδιά μου την αγάπη, το ενδιαφέρον και την στοργή με την οποία αντιμετώπισε τους πρώτους μετανάστες από την Αλβανία η ενορία της πατρικής μου κατοικίας, υπό τη φωτισμένη ποιμαντική διακονία ενός σημερινού φωτισμένου επισκόπου. Τους αντιμετώπισαν με στοργή και αγάπη. Με ενδιαφέρον για τα προβλήματά τους και συμπαράσταση στις δυσκολίες τους. Σήμερα είναι εγκατεστημένοι στην πατρίδα τους και η τυχόν επίσκεψη του ταπεινού, και τότε και σήμερα, ιερωμένου είναι γι’ αυτούς αφορμή γιορτής. Όπως και θα θυμάμαι τα δύο θύματα από την ευρύτερη οικογένειά μου, τα οποία πρόσφεραν αγάπη και αντιμετώπισαν την κακοποίηση και το θάνατο από τους ευεργετηθέντες.

Ποιοι είναι οι Έλληνες και ποιοι είναι Έλληνες
Υπάρχουν όμως κάποιοι που θεωρούν τους εαυτούς τους πιο Έλληνες από τους άλλους και οι οποίοι, στο όνομα της Ελλάδος, επιχειρούν με βίαιο τρόπο να εξοντώσουν όποιον δεν είναι Έλληνας. Μπήκαν κάποια στιγμή σε ένα κατάστημα και στην αγωνιώδη παρατήρηση του φιλήσυχου καταστηματάρχη ότι είναι Έλληνας η απάντησή τους ήταν ότι δεν υπάρχουν μαύροι Έλληνες και του διέλυσαν το κατάστημα. Αλήθεια λοιπόν, ποιοι είναι Έλληνες;
Οι πρόγονοι μας είχαν πει: Έλληνες εισίν οι της παιδείας της ημετέρας μετέχοντες. Αλήθεια, ποιας παιδείας είναι μέτοχοι οι της Χρυσής Αυγής; Μπορεί αυτός που βεβαιώνει ότι στο ιατρείο μας «ασφαλώς και ΔΕΝ θα φροντίσουμε το παιδί ενός μετανάστη» να έχει ελληνική παιδεία; Πόσο σχέση έχει αυτός και οι όμοιοί του με την Αντιγόνη που λέει στον Κρέοντα «γεννήθηκα για να αγαπώ, και όχι για να μισώ» και με Εκείνον που είπε «αγαπάτε τους εχθρούς ημών;»

Η ιδεολογία της Χρυσής Αυγής ασυμβίβαστη με την Ορθόδοξη πίστη
Πρώτον, γιατί ο Χριστός σταυρώθηκε για τους ανθρώπους, και δεν σταύρωσε τους ανθρώπους. Δεύτερον, γιατί ο Θεός είναι αγάπη· αγάπη που στρέφεται επί αγαθούς και πονηρούς. Τρίτον, γιατί η ιδεολογία της Χρυσής Αυγής είναι ο παγανισμός, και όχι η Ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Τέταρτον, γιατί η Εκκλησία σιτίζει όλους ανεξαίρετα τους αναγκεμένους ανθρώπους, και όχι μόνο τους Έλληνες. Πέμπτον, γιατί η Εκκλησία είναι του Χριστού και όχι μια εθνική Εκκλησία. Έκτον, γιατί τον Χριστό  η Χρυσή Αυγή τον διώκει, τον προσβάλλει και τον εξευτελίζει καθημερινά, και το πράττει στα πρόσωπα, των προσφύγων, των μεταναστών, ακόμα και των παιδιών. Έβδομον, γιατί ο Χριστός είπε: «Εφόσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Δεν είναι λοιπόν ο άνθρωπος εικόνα του Χριστού όποιος και εάν είναι; Δεν είναι ένας μετανάστης, ένας πρόσφυγας, ελάχιστος, αδελφός του Χριστού; Δεν είναι ο «πλησίον» της παραβολής του Καλού Σαμαρείτη; Σύμφωνα λοιπόν με την χρυσαυγίτικη αντίληψη θα έπρεπε ο Σαμαρείτης, βλέποντας τον πληγωμένο Ιουδαίο να τον πετάξει στα σκουπίδια· τότε θα ήταν «καλός». Θέλω λοιπόν να επαναλάβω ότι κάθε εναγκαλισμός και χάϊδεμα χριστιανού ή, πολύ περισσότερο ιερωμένου, προς την Χρυσή Αυγή δείχνει μπέρδεμα φρικτό και ακύρωση της πίστης. Κανείς δεν μπορεί να παίζει εν ου παικτοίς.


Προς τους φίλους της Αριστεράς
Ένα τελευταίο λόγο σε όλους εσάς, φίλοι της Αριστεράς. Έζησα είκοσι πέντε χρόνια στο Μαντούδι της Εύβοιας όπου τα τότε μεταλλεία Σκαλιστήρη. Είναι μια μοναδική εμπειρία για μένα αυτά τα χρόνια, γιατί γνώρισα από πρώτο χέρι και την ειλικρίνεια αλλά και την καλπιά όσων ήσαν ή φορούσαν τον μανδύα του «προοδευτικού». Με όσους αληθινά ήσαν, συνεργαστήκαμε υπερασπίζοντας το ανθρώπινο πρόσωπο. Έχω λοιπόν μια εμπειρία πολύτιμη. Εκείνα τα χρόνια ήταν και οι αγώνες για το κτήμα του Μπαίκερ, που δεν το ξέρετε, αλλά η Εκκλησία ήταν η ψυχή τους. Ακούγοντας κάποιος από τους τότε παράγοντες την τοποθέτησή μου είπε ενώπιον όλων: «Εγώ δεν μπορώ να πάω πιο πέρα από τον παπα-Παύλο». Και μου ζήτησε να ομολογήσω ότι ανήκω στον δικό του πολιτικό χώρο. Χαμογέλασα και του είπα: «Δεν το λέω, γιατί δεν ανήκω. Και δεν ανήκω γιατί αν γίνω αυτό που είσαι εσύ, θα φτωχύνω. Ζώντας μέσα στην Εκκλησία νιώθω πληρότητα. Νιώθω ότι ανήκω σε όλους και μου ανήκετε όλοι. Μόλις προηγουμένως δήλωσες ότι σε περιέχω, αλλά βλέπεις ότι και σε ξεπερνώ».
Φίλοι της Αριστεράς, μήπως μείνατε πίσω αγκιστρωμένοι στη δογματική μαρξιστική αντίληψη για τη θρησκεία, χωρίς να προβληματιστείτε, πότε, με ποιες προϋποθέσεις και ποια θρησκεία είχε υπ’ όψη του, όταν είπε ό,τι είπε ο Μαρξ; Μήπως δεν ακούσατε τον Αλβέρτο Καμύ που όταν μελέτησε τη Μυστική θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας του Βλαδίμηρου Λόσκυ είπε πολύ χαρακτηριστικά: «Τώρα μπορούμε να μιλήσουμε με τους χριστιανούς»; Μήπως δεν ακούσατε τον Σαρτρ να κηρύττει τον θάνατο του Θεού, λέγοντας «φέρτε μου ανθρώπους πολλούς, πάνω μου, γύρω  μου, για  να  μου  κρύβουν  τον  ουρανό»  και αργότερα να ομολογεί «σκότωσα το Θεό γιατί νόμιζα ότι με χώριζε από τους ανθρώπους, αλλά ο θάνατός Του έκανε τελεσίδικο αυτό τον χωρισμό», για να καταλήξει στην φρικτή δήλωσή του «οι άλλοι είναι η κόλαση μου»; Μήπως πρέπει να προβληματισθείτε για τον αν η δογματική αθεΐα, που απογυμνώνει τον άνθρωπο από την οντολογική του θεοείδια, αποτελεί το ισχυρότερο ιδεολογικό όπλο για την εκμετάλλευση του ανθρώπου; Μήπως και εμείς πρέπει να ξεπεράσουμε τον φόβο τον δικό σας και εσείς να ξεπεράσετε τον φόβο ότι απειλείσθε από ένα Θεό που με την αγάπη Του και την θυσία Του καταξιώνει όσο τίποτε άλλο το ανθρώπινο πρόσωπο;
[Σχόλια και συζήτηση για το άρθρο στο ιστολόγιο των Ενθεμάτων]

Εκκλησία και Αριστερά: ο δύσκολος αλλά αναγκαίος διάλογος
Ένα στοίχημα που κερδήθηκε
Το συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά» αποτέλεσε ένα τολμηρό εγχείρημα. Σε μια περίοδο όξυνσης των παθών, καλλιέργειας ενός πολλαπλού διχασμού και εν μέσω της εξέλιξης μιας μεγάλης κοινωνικής καταστροφής, η οποία δοκιμάζει τις αντοχές του λόγου και του διαλόγου, οι οργανωτές επέλεξαν να διαμορφώσουν έναν δημόσιο χώρο συνάντησης και διαλόγου. Έναν χώρο όπου συναντήθηκαν άνθρωποι από δύο ρεύματα που εν πολλοίς διάγουν ασύμπτωτες πορείες και συναντιούνται όταν αυτές συγκρούονται πάνω σε επίδικα της συγκυρίας.
Οι οργανωτές διέγνωσαν ορθά ότι το τραγικό έδαφος της κοινωνικής καταστροφής που βιώνει ο λαός μας μπορεί να αλλάξει άρδην τις ορίζουσες της συνάντησης των δύο ρευμάτων. Οι διαφορές, τόσο σε θεωρητικά όσο και σε απολύτως πρακτικά ζητήματα, σχετικά με την οργάνωση πτυχών της δημόσιας σφαίρας και πολιτικής, δεν μπορεί να προσδιορίζουν την εν λόγω συνάντηση ως αποκλειστικά συγκρουσιακή και εχθρική. Αντίθετα, το κατεπείγον της υπεράσπισης της κοινωνίας που πλήττεται βάναυσα, μπαίνοντας σε ατραπούς άγνωστες και επικίνδυνες, καθιστά επιτακτική τη μετακίνηση στην κατεύθυνση της συστηματικότερης επαφής αλλά και της αναζήτησης κοινών τόπων.
Όπως φάνηκε από πολλές εισηγήσεις, αυτοί οι κοινοί τόποι δεν είναι δύσκολο να προσδιοριστούν και να καλλιεργηθούν, ενώ στην όλη ατμόσφαιρα ήταν αισθητή η ανακούφιση που προκαλεί η γνωριμία με την «άλλη» πλευρά, η οποία αποκαθιστά παρεξηγήσεις, αμβλύνει φόβους και αποτρέπει τις καρικατούρες. Επιπρόσθετα, αρκετές ομιλίες ανέδειξαν το ενδιαφέρον για την αναζήτηση πεδίων συμπόρευσης σε ζητήματα όπως το μεταναστευτικό, η έξαρση του ρατσισμού και του φασισμού, η στήριξη του πληθυσμού που υφίσταται κοινωνικό αποκλεισμό κ.ο.κ.
Στο συνέδριο, όπου πρυτάνευε αυτή η διάθεση αλληλοκατανόησης και συνεργασίας, τέθηκαν με ευθύτητα τα κρίσιμα θέματα που έχουν φέρει τα δύο ρεύματα σε αντιπαράθεση: φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, μισθοδοσία του κλήρου, φαινόμενα διαφθοράς στην Εκκλησία, ο χαρακτήρας του μαθήματος των θρησκευτικών, θρησκευτικά σύμβολα στον δημόσιο χώρο, διαχωρισμός κράτους-Εκκλησίας. Επιστήμονες, θεολόγοι, στελέχη της Αριστεράς και ιεράρχες κατέθεσαν αναλυτικά το σκεπτικό και τα επιχειρήματά τους, ενίοτε με πάθος και ένταση, χωρίς διάθεση να κρυφτούν οι δυσκολίες και οι διαφορές. Το αποτέλεσμα είναι σημαντικό, πιστεύω, στο βαθμό που καταγράφηκε αναλυτικά το πού βρισκόμαστε, ενώ σκιαγραφήθηκαν ενδεχόμενες συγκλίσεις χωρίς κανένας συμμετέχων, ανεξαρτήτως του ρεύματος όπου τοποθετείται, να έχει την αίσθηση ότι υπέστειλε βασικές αρχές με τις οποίες προσήλθε σε αυτό τον γόνιμο και ουσιαστικό διάλογο.
Αξίζει να σημειωθεί η πολύ μεγάλη συμμετοχή, σε όλη τη διάρκεια του συνεδρίου, με τους νέους να δίνουν τον τόνο. Η κρίση ενισχύει την ώσμωση, τον επαναπροσδιορισμό και την αναζήτηση νέων συντεταγμένων για την οργάνωση της ζωής. Ζούμε εκείνες τις σπάνιες στιγμές στην Ιστορία όπου το κατεπείγον της πολιτικής και κοινωνικής δράσης, της απάντησης σε καθημερινά αδιέξοδα συμπλέκεται με υπαρξιακά ζητήματα και θεμελιακές λογικές και επιλογές. Στο συνέδριο, η Αριστερά --μια έκφραση της κοινωνικής χειραφέτησης, παρά τις αδυναμίες και τα λάθη της-- και η Εκκλησία --μια έκφραση της υπαρξιακής αναζήτησης του ανθρώπου, παρά την καθεστωτική της σήμερα συγκρότηση και λειτουργία-- συναντήθηκαν και συζήτησαν, με ανοιχτή διάθεση.
Το συνέδριο, το οποίο αντιμετωπίστηκε με εχθρότητα και λοιδορήθηκε από διάφορες πλευρές, είναι ένα στοίχημα που κερδήθηκε. Όπως είπε ο πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας Χρ. Σταμούλης κλείνοντας, μπορεί να αποτελέσει μια νέα αρχή για τις σχέσεις των δύο ρευμάτων στο μέλλον.
Ανδρέας Καρίτζης

To αλφαβητάρι του διαλόγου
Στο συνέδριο συνθέσαμε το αλφαβητάρι του διαλόγου μας και εμπεδώσαμε την ανάγκη να πάψουμε να λειτουργούμε ως επιβιώσεις της μωρίας του παρελθόντος. Ακούσαμε ο ένας τον άλλον, και ταυτισθήκαμε με τον άλλον ξεπερνώντας τον δικό μας ένα. Η Εκκλησία δεν είναι μια κλειστή λέσχη ευσεβών κυριών, που κάθε Κυριακή πρωί συναγελάζονται φορώντας τα καλά τους. Ούτε τόπος ρητορικών πειραματισμών και αμφίβολων αισθητικών καταθέσεων. Είναι ο τρόπος για τη διδαχή της διακονίας, η φωνή που βοά στην κοινωνική έρημο αναγγέλλοντας την Αλήθεια. Και εφόσον η Αριστερά υπηρετεί την αλήθεια η Εκκλησία την περιέχει, διακονείται --έστω και ασύνειδα-- από τους ανθρώπους της και τη διακονεί.
Αυτές τις δύο πυκνές ημέρες του συνεδρίου θαύμασα την εκκλησιολογική ωριμότητα των αριστερών διανοητών και τις σοσιαλιστικές εμπεδώσεις των θεολόγων. Τα χρόνια που κοιταζόμασταν από απέναντι μας έκαναν να γνωρίσουμε καλά τη μορφή του άλλου. Όσοι, και ήταν λίγοι, διάλεξαν την αντιθετική ρητορεία φάνηκαν ως η αναγκαία δυσμορφία σε ένα όμορφο έργο, όπως το μακρινό φόντο της κόλασης στον πίνακα που αναπαριστά τον παράδεισο.
Το κοινό, που σε όλες τις συνεδρίες γέμισε την αίθουσα τελετών της Παλιάς Φιλοσοφικής, ήταν ανομοιογενές· δεν έμοιαζε με τα συνήθη ακροατήρια των επιστημονικών συνεδρίων. Σ’ αυτό έβρισκες ανθρώπους κάθε ηλικίας και κοινωνικής προέλευσης --παρότι πλειοψηφούσαν οι νέοι φοιτητές-- που ήθελαν να συμμετάσχουν ενεργά στον διάλογο. Η θεολογία μετά από χρόνια φαινόταν να αφορά την κοινωνία όχι για το σωτηριολογικό της μήνυμα αλλά για την έμπρακτη κοινωνική πρότασή της. Διαπράττοντας μία θεολογική υπέρβαση, με τη βοήθεια της ποιητικής ορολογίας του More, θα μπορούσα να πω ότι το ζητούμενο από την Εκκλησία ήταν η αντίληψή της για την προσέγγιση της ευτοπίας.
Ως απότοκα του συνεδρίου, κρατώ την απαλλαγή από τον φόβο της ιδεολογικής και πρακτικής προσέγγισης μεταξύ Εκκλησίας και αριστερών κινημάτων και την αλληλοπεριχώρηση ιδεών και επιχειρημάτων, ώστε ήδη να διαφαίνεται ο θεμέλιος τόπος για μια νέα θεολογία της Αριστεράς.
Ευστάθιος Χ. Λιανός-Λιάντης

Το «παράπονο» της Αριστεράς
Λίγες μέρες έχουν περάσει από όταν τελείωσε το Συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά», και η αίσθηση πως κάτι ιδιαίτερα σημαντικό συνέβη στη διάρκειά του, στον πρώτο όροφο της παλιάς Φιλοσοφικής Σχολής, είναι ακόμη έντονη.
Αν έπρεπε να εντοπίσω ένα πράγμα που μου έκανε εντύπωση αυτό ήταν η πολύ μεγάλη παρουσία νέων ανθρώπων από τον θεολογικό χώρο, φοιτητών και φοιτητριών, που σαν να περίμεναν από καιρό μια τέτοια ευκαιρία συνάντησης και έντονης ανταλλαγής απόψεων, διαφωνιών και συγκλίσεων. Και όσοι από τη ριζοσπαστική Αριστερά συμμετείχαμε αποκτήσαμε τη δυνατότητα να αντιληφθούμε πως ο δημοκρατικός κομμουνισμός της εποχής μας μπορεί να βρει έναν πολύ καλό, προσεκτικό και ευφυή συνομιλητή στο πρόσωπο αυτών των νέων ανθρώπων.
Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν η εμπειρία αυτών των δύο ημερών μας έδειξε πως ανάμεσά μας, μεταξύ των πιο συνεπών και δραστήριων μελών μας --και όχι μόνο μεταξύ των πρόσφατων ψηφοφόρων μας-- υπάρχουν άνθρωποι με έντονο το θρησκευτικό συναίσθημα. Μια από τις καλές συντρόφισσες της τοπικής κέντρου Θεσσαλονίκης μου έλεγε, μετά από το τέλος της πρώτης συνεδρίας, πόσο αποενοχοποιητικά λειτούργησε για την ίδια η συζήτηση, που έγινε στη διάρκειά της.
Μετά το τέλος της ομιλίας μου, ένας από τους ανθρώπους που την παρακολούθησαν προσεκτικά, αρκετά μεγάλης ηλικίας, με παρότρυνε, εκεί μπροστά στους συμμετέχοντες επισκόπους και άλλους ιερωμένους, να του πω ποιο είναι το μεγαλύτερο παράπονο που έχει η Αριστερά από την Εκκλησία. Αφού διευκρίνισα πως για το συγκεκριμένο ζήτημα δεν υπάρχει δεσμευτική απόφαση κάποιου κομματικού οργάνου (!), απάντησα: Όχι παράπονο, αλλά μεγάλη μου απορία είναι πώς πολλοί άνθρωποι της Εκκλησίας καταφέρνουν να νιώθουν κοντύτερα στην καπιταλιστική θέσμιση της ζωής, από ό,τι σε αυτήν που διακηρύσσει, και για την οποία παλεύει επί αιώνες, το κομμουνιστικό ή το αναρχικό κίνημα, οι αγωνιστές των οποίων, όπως ακριβώς και τα ευαγγέλια, δεν είναι μόνο υπέρ των φτωχών, αλλά, πράγμα που είναι το ίδιο, και εναντίον των πλουσίων και --με τα λόγια του μεγάλου θεολόγου του 20ού αι. Karl Barth-- του «σχεδόν απόλυτα δαιμονικού» συστήματος, που τους παράγει και τους συντηρεί. Νομίζω, πως, ως άνθρωπος της Εκκλησίας ο ίδιος, ικανοποιήθηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου